http://trikalaview.gr • «Θέλω τα βιβλία μου να εκπέμπουν θετική ενέργεια» λέει ο Γιάννης Φιλιππίδης με αφορμή το βιβλίο του «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων»

Ένα όμορφο και νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν με αφετηρία το 1970, ένας ήρωας με το όνομα αρχαγγέλου, ένα μοναδικό χάρισμα… «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων» είναι το νέο μυθιστόρημα του συγγραφέα (και υπεύθυνου εκδόσεων της Άνεμος Εκδοτική), Γιάννη Φιλιππίδη που με την ιδιαίτερη γραφή του αγγίζει για μια ακόμη φορά τις ψυχές μας. Κάθε βιβλίο του διαφορετικό, κάθε συζήτηση μαζί του απολαυστική. «Συνολικά στα βιβλία μου, δεν παίζουνε κακοί χαρακτήρες, δε το ‘χω εγώ σαν ικανότητα, θέλω τα βιβλία μου να εκπέμπουν θετική ενέργεια» μου λέει όταν τον ρωτώ αν «μπορεί κάποιος να ζήσει με αυτό το «χάρισμα» και να το χρησιμοποιήσει χωρίς να προκαλέσει κακό»… Όταν ο συγγραφέας από τη φύση του είναι τόσο ευαίσθητος δεν μπορεί παρά το δημιούργημά του να ξυπνά ευαίσθητα συναισθήματα.
Συνέντευξη στη Βιβή Μαργαρίτη

-Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων… Μπορείς να μου περιγράψεις με δύο λόγια το δέκατο κατά σειρά βιβλίο σου;
-Ένα αγόρι γεννιέται σαράντα επτά χρόνια πριν, όπως συνέβη και με μένα, σε μια πόλη της βόρειας Ελλάδας. Δυο βδομάδες αργότερα, γεννιέται ένα κορίτσι. Αυτά τα δυο παιδιά θα συνδεθούν οριστικά, λες και γεννήθηκαν το ένα για το άλλο. Μ’ έναν αστερίσκο: εκείνος γεννιέται με το χάρισμα  που φέρει και ο τίτλος του μυθιστορήματος. Δε θα τολμήσει να της το πει, ως τη στιγμή που ξεκινάει το βιβλίο. Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης είναι η ιστορία αυτή από την αρχή, χωρίς μυστικά ή πίσω σκέψεις, αλλά με ειλικρίνεια και προσανατολισμό προς το φως.

-Είναι χάρισμα να ακούς τις επιθυμίες των άλλων ή κατάρα;
-Αναρωτήθηκα για πολύ καιρό, τι χάρισμα θα ‘θελα και θ’ άντεχα να ‘χω εγώ, μόνο έτσι θα μπορούσα να ντυθώ τα ρούχα του Γαβριήλ, του ήρωά μου. Τι θα ‘ταν αυτό; Θ’ άντεχα αν μπορούσα να προβλέψω, ας πούμε, το μέλλον των ανθρώπων, γύρω μου; Με τίποτα. Αυτό θα ‘ταν μια αληθινή κατάρα. Ο μαγικός ρεαλισμός είχε στήσει χορό μέσα μου. Ένα χάρισμα για να ζω εγώ κι οι αγαπημένοι μου, καλύτερα. Έτσι το χαρακτήρισα ως χάρισμα κι όχι ως κατάρα.

-Μπορεί κάποιος να ζήσει με αυτό το «χάρισμα» και να το χρησιμοποιήσει χωρίς να προκαλέσει κακό;
-Δε θα ‘θελα, ούτε να το σκεφτώ έτσι. Βάφτισα τον ήρωά μου μ’ όνομα αρχαγγέλου, Αγγελική βάφτισα το παντοτινό κορίτσι του. Συνολικά στα βιβλία μου, δεν παίζουνε κακοί χαρακτήρες, δε το ‘χω εγώ σαν ικανότητα, θέλω τα βιβλία μου να εκπέμπουν θετική ενέργεια. Αν σκεφτόμουν ότι το χάρισμα θα χρησιμοποιηθεί για να προκαλέσει κακό, αυτό θα ‘τανε θέμα γι’ άλλον συγγραφέα.

 -Ένα όμορφο και νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν με αφετηρία το 1970; Θαρρώ πως έχεις βάλει και δικά σου βιώματα σε αυτό το βιβλίο…
-Αλήθεια είναι αυτό. Έπρεπε να τον έχω κοντά μου  τον ήρωα, αφού αυτός αφηγείται την ιστορία. Μέσα από έναν χαρακτήρα που ‘χει ζήσει και ως ένα βαθμό σκέφτεται όπως εγώ, μπορούσα να χειριστώ καλύτερα το χάρισμα, που ο ίδιος δεν έχω. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία, να περιγράψω όμορφες ελληνικές γειτονιές και χρόνια, που οι άνθρωποι ήταν πιο ανοιχτοί, περισσότερο εγκάρδιοι.

-Χάνουμε από τη ζωή μας όταν θεωρούμε τα πάντα δεδομένα;
-Έχασα τον πατέρα μου στα δεκάξι κι είμαι ένα στα είκοσι χιλιάδες παιδιά, που γεννιούνται με μια σπάνια νόσο, που θαμπώνει δραματικά την οπτική ικανότητα. Τίποτε στη ζωή, δεν είναι δεδομένο, κατά την ταπεινή μου κρίση. Ούτε καν ο αέρας που αναπνέουμε. Όποιος  πιστεύει το αντίθετο, φοβάμαι πως γρήγορα, η ίδια η ζωή, θα του το κάνει φανερό με τον δικό της τρόπο.

 -Διαβάζοντας τα βιβλία σου, έχω την εντύπωση ότι θέλετε να εκφράσετε κάτι περισσότερο από αυτό που πουλάει. Είναι έτσι;
-Και βέβαια είναι έτσι. Δε γράφω λέξη, δίχως να ‘χω στόχο και σκοπό. Τα ίδια μου τα βιβλία, εκφράζουν συχνά διαφορετικές τάσεις, με έναρξη και τέλος τα μυθιστορήματα. Όλα τους όμως γράφονται με στόχο να εγείρουν προσωπικές εσωτερικές σκέψεις του αναγνώστη και συνειρμούς, να τον επιστρέψουν στο τέλος της ανάγνωσης, καλύτερο εσωτερικά.

-Τα βιβλία σου μου δίνουν πλούσια τροφή για σκέψη. Το ακούς αυτό συχνά από τους αναγνώστες; Είναι αυτός ο σκοπός σου;
-Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος μου, όπως είπα πιο πριν. Μολονότι ζω από τα πνευματικά μου δικαιώματα, δεν είμαι ο συγγραφέας που θα βγάλει ένα ακόμα μυθιστόρημα με μια χιλιοειπωμένη ιστορία. Το ότι υπάρχει το αναγκαίο κοινό που με ακολουθεί στις αναζητήσεις μου, είναι το πιο όμορφο για μένα.

 -Κάθε βιβλίο σου είναι ιδιαίτερο… Να περιμένουμε σύντομα το  επόμενο;
-Ολοκληρώνοντας έναν κύκλο δέκα βιβλίων, μετεωρίζομαι ανάμεσα σε μια δική μου φράση κι έναν στίχο τραγουδιού, που μου γεννάει σκέψεις. Αλλά δε βιάζομαι, αφήνω την σκέψη και την ψυχή μου, να ψηλαφίσουν πρώτα σωστά τους χαρακτήρες.

Επιστροφή


απομεσήμερο Κυριακής • χτες λίγο πριν τις τρεις • τελευταίο μπάνιο του καλοκαιριού • τόπος η αγαπημένη μου παραλία των λιγοστών • και το ‘χω ήδη κουβεντιάσει από την προηγούμενη μέρα • ότι καλό είναι να ‘χω κάποιες φωτογραφίες για κάθε χρήση • μη λησμονώντας ποτέ • ό,τι η φωτογραφία στα τέσσερα από τα δέκα βιβλία μου • είναι τραβηγμένη εκεί…

Στέκεται αδύνατο να μου επιβάλλω έκφραση • να αποζωγραφίσω την πίκρα από το βλέμμα μου • άλλες φορές τα καταφέρνω μια χαρά • χτες ωστόσο με τίποτα • η προσπάθεια εγκαταλείπεται στα δεκαπέντε καρέ • δεν έχω κανέναν λόγο να αποχωριστώ τη θλίψη μου • γιατί η αυριανή μέρα • γνωρίζω ότι θα μου φέρει ωράρια και μέρες δουλειάς τέτοιες • που όταν θα ξανά ‘χω ελεύθερο Σαββατοκύριακο • τα ημερολόγια θα γράφουν Οκτώβρη.

Μια ώρα αργότερα • θα παλέψω τη μελαγχολία • ακούγοντας τα αγαπημένα μου τραγούδια δυνατά • και πίνοντας παγωμένο τσάι • Ανωφέλεια • το τελευταίο αλάτι • τραβάει το αρμυρό δέρμα μου • για να μου καταδείξει • από πού φεύγω • και πού κατευθύνομαι.

Περνώντας μετά τα διόδια της Ελευσίνας • όλα τα φανάρια της λεωφόρου Αθηνών με πράσινο • βεβαιώνω μέσα μου την πεποίθηση • πως αυτή η πόλη με τραβάει με τρόπο μαγνητικό • μέσα της.

Η σημερινή μέρα στο γραφείο • με σπρώχνει σε κοπάνα • έστω πνευματική • προστατεύω τους άλλους στο γραφείο από τον ράθυμο εαυτό μου • δεν παίρνω αποφάσεις σήμερα • όλες θα βγούνε λανθασμένες • χτυπάω μόνο με λαχτάρα λάικ στους φίλους και τις φίλες μου • που μου δίνουν χρυσή πλακέτα • που γράφει • πως μόνο για μένα • τέλειωσαν οι διακοπές • μόλις χτες • Θ’ αποσυρθώ • να τρελαθώ…

Στα μάτια σου - «Ζωή με λες» - Άνεμος εκδοτική, 12/2011


Στα μάτια σου γίνομαι φως άπλετο, ικανό να φωτίσει μέρες και νύχτες ακριβές, ζεστή ανατολή γεμάτη ελπίδες, μαβί ηλιοβασίλεμα ν’ αγκαλιάσω τη νοσταλγία σου.
Γίνομαι σελίδες ανοιχτού βιβλίου γεμάτου λέξεις για εικόνες και ταξίδια που δεν έγιναν ποτέ, αλλά θαρρείς και υπήρξαν.
Ταινία γίνομαι, απ’ αυτές που απολαμβάνεις κι αγαπάς, γεμάτη περιπέτεια, δράση, χρώμα κι απολαυστική αδρεναλίνη.

Στα μάτια σου γίνομαι πίνακας ζωγραφικής, γεμάτος σύμβολα και πινελιές αμφίσημες, διέγερση στις αισθήσεις σου, να συντροφεύω τους τοίχους του σπιτιού σου στις μοναχικές ώρες της περισυλλογής σου. Γίνομαι σκέψη γονιού, αγωνίας, στοργής και θαλπωρής, αγκαλιάς, αγάπης κι αφιέρωσης.

Γίνομαι ο μικρός σου άγγελος, πρόθυμος να σ’ αγκαλιάζει με τα φτερά του σε κάθε κίνδυνο, σε κάθε βήμα σου παράτολμο.

Στα μάτια σου γίνομαι ένας μικρός κόκκος σκόνης. Κι αν με φυσήξεις, θα χαθώ στο ατέρμονο άπειρο, να μη με ξαναβρείς μπροστά σου.
Να μην υπάρξω ξανά ποτέ μου...

Τη νύχτα που σε πρωτοφίλησα, ξημέρωνε καλοκαίρι • Γιάννης Φιλιππίδης • Άνεμος magazine

Τι έγραψα μόλις, ως τίτλο του τρέχοντος κειμένου μου, πριν καν αυτό τρέξει τις πρώτες αράδες του; Ξεχνιέμαι με υπόκρουση, ένα ελληνικό γλυκόλαλο μουσικό θέμα από μια νέα ελληνική ταινία, η ώρα της εσωτερικής ανασυγκρότησης των σκέψεων και τον αισθημάτων μου είναι γεγονός. Όπως κι ο τίτλος. Που χωρίς καν να το επιδιώξω, γεννιέται, πριν προλάβω να το σκεφτώ, οι λέξεις έρχονται μόνες τους. «Την νύχτα που σε πρωτοφίλησα, ξημέρωνε καλοκαίρι», ξαναδιαβάζω και ζητάω από τα παιδιά στο γραφείο, να μου κατοχυρώσουν επίσημα τον τίτλο, σαν όνομα ενός από τα επόμενα βιβλία μου. Αυτοδεσμεύομαι; Δεν έχω συναίσθηση σε ποιο βαθμό, αλλά έτσι κι αλλιώς σκόπευα να γράψω κάποτε την αληθινή ιστορία μου σε μορφή βιβλίου, αν κρίνω τελικά ότι αξίζει τον κόπο. Η κατοχύρωση ωστόσο, κατοχύρωση.

Όχι βέβαια, γιατί ίσως πρόκειται για έναν τίτλο βιβλίου άμεσης «εμπορικής» σημασίας, ούτε γιατί θεωρείται πιασάρικος, μιας και κυρίως γυναίκες συγγραφείς ή όσοι/ες συγγραφείς απευθύνονται σε γυναικείο κυρίως κοινό –ένα στ’ αλήθεια απαιτητικό κι ευαίσθητο κοινό για μένα, γι’ αυτούς, όχι αναγκαία–  που θα ‘παιρναν μέρος ευχαρίστως σε τελετές μαύρης μαγείας για να τον έχουν εμπνευστεί οι ίδιοι, κάτι που έτσι κι αλλιώς ανά καιρούς συμβαίνει σε όλους/ες μας.

Είναι απλά γιατί, έχω απομείνει απορημένος, ίσως κι αδύναμος, μικρός, για το πόση αλήθεια, κρύβει μια σχετικά σύντομη φράση. Εδώ, οφείλω να ξεκαθαρίσω στους υπόλοιπους φίλους και φίλες, ότι οι λέξεις αυτές απευθύνονταν σ’ ένα και μόνο πρόσωπο. Εγώ λοιπόν, θα πιάσω γιαλό γιαλό ν’ απευθύνομαι σ’ αυτό το πρόσωπο, οι υπόλοιποι/ες δείτε το κάπως σα δημόσια επιστολή. Ίσως και σαν επόμενο βιβλίο μου.

Αγάπη γλυκιά, ακούς εσύ; Εδώ είμαστε, επανεκκίνηση και περισσότερη ουσία. Κάναμε παρέα έναν ολόκληρο χρόνο, ήμασταν σχεδόν συνομίληκα· μ’ όμοιες ανησυχίες και ορμές. Κι όπως έδειξε ο χρόνος που ξεβράζει τα ψέματα και τα λάθη, εμάς όχι μόνο μας προφύλαξε, αλλά με τα χρόνια, πρόσθεσε γύρω μας ανθρώπους που μας αγαπούν σα μια δυαδικότητα, που καταλήγει να αποτελεί για κείνους, μονάδα, δύο οι άνθρωποι, ένα το ζευγάρι.

Γνωριζόμασταν καιρό. Παρακολουθούσαμε μαθήματα στην ίδια σχολή, εκείνο το πρώτο βράδυ, σε τράβηξα στην τότε γειτονιά μου, δώδεκα και μισή τη νύχτα, είναι νωρίς, όταν έχεις κάνει δυο ώρες παράσταση με Τόμας Έλλιοτ κι ολόκληρη την Έρημη Χώρα του, χωρίς περικοπές και με πλέι μπακ από παράσταση του Ροντήρη. Σπουδάζαμε και λειτουργούσαμε ακόμα μέσα από την αγάπη μας για το θέατρο θυμάσαι; Τα πρώτα πράγματα που μοιραστήκαμε ήταν οι κοινές αγωνίες μας, οι κοινές αναστολές, εκείνη προπάντων η μαγική ύπαρξη συντονισμού στο χιούμορ, τα γέλια μας, οι κοινοί φόβοι για το ασχεδίαστο ακόμα μέλλον μας.

Η μεγάλη πλάκα της ζωής, καρδιά μου, είναι όταν το μέλλον, το σχεδιάζουν η ζωή, το σύμπαν, τα ίδια μας τα συναισθήματα. Ήταν ξημερώματα 31ης Μαΐου, όταν μετά από τη δεύτερη μπίρα, με συνόδευσες εσύ ως την πόρτα του σπιτιού μου και μου ζήτησες το πρώτο μας φιλί. Ξημέρωνε το ημερολογιακό καλοκαίρι και πάνε δεκαετίες από τότε. Κι ήτανε το ίδιο καλοκαίρι που σμίξαμε παθιασμένα και με τρέλα, αλλά οι μήνες επισκιάστηκαν από δραματικούς χωρισμούς της μιας βδομάδας ή κάπου τόσο. Ίσαμε για να διαχωριστούμε για λίγο, ν’ απομείνουμε ξανά μόνοι και μακριά ο ένας από τον άλλον, ίσα για να διαπιστώσουμε ότι δεν κάνουμε χωρίς.

Αγκαλιάζοντας τη μνήμη μου σήμερα νωρίς, ένιωσα την αίσθηση, ότι κάτι παραπάνω μας έδιναν τα επόμενα καλοκαίρια που έτρεξαν συντροφικά. Επιφύλασσαν άλλες φορές ταξίδια σε οικονομικό πάντα προϋπολογισμό, όλα κι όλα. Μπορεί να ταξιδεύαμε με κονσέρβες στις αποσκευές μας για να βγάλουμε τις μέρες που θέλαμε, αλλά οι μέρες που θέλαμε προέκυπταν τελικά, όχι μονάχα έτσι όπως εμείς τις θέλαμε, αλλά και πολύ μαγικότερες. Παίρναμε μαζί μας και ένα μπουκάλι οφισιέλ αλκοόλ από την Αθήνα. Μ’ αυτό και διαλέγοντας πάντα δωμάτια με μπαλκόνια, μακριά από μπαρ και κόσμο, που δε μας ήταν πια αναγκαίο να γνωρίσουμε ή να συγχρωτισθούμε μαζί, πάντα απέναντι ή πλάι πλάι απολαμβάναμε τις δικές μας μουσικές, με συνοδεία άλλοτε το ίδιο το φεγγάρι, άλλες φορές πάλι το πλάνο της θάλασσας, που απολαμβάναμε σε χρόνο φυσικό και απολύτως μαγικό.

Τα πρώτα αρκετά μας χρόνια, ορίζαμε πάντα ένα νησί σα προορισμό. Το σπίτι των παππούδων στο λόφο ήτανε πάντα δεδομένο σαν αξία, αλλά εμείς, τις μέρες της επαγγελματικής απελευθέρωσης από τη δουλειά, διαλέγαμε προορισμούς μέσα από τόμους των Καλοκαιρινών διακοπών, παίρναμε τηλέφωνα, σε μια εποχή όπου δεν κυριαρχούσαν τα δήθεν έξυπνα τηλέφωνα και οι υπολογιστές, το να κλείσεις ένα δωμάτιο με τις δικές σου προδιαγραφές, ήθελε ψάξιμο γερό. Αλλά τ’ απολαμβάναμε, γιατί χρόνο με το χρόνο, ανακαλύπταμε πως οι επιλογές μας δικαίωναν, πως άξιζε την φυσική ως τότε και μόνο, αναζήτηση.

Καρούλια ολόκληρα από αυθεντικό φιλμ της εποχής του, έχουν αρχειοθετηθεί με αγάπη και προσοχή από τότε σε ντοσιέ, άλμπουμ, έτρεξαν και κατέγραφαν κάθε φορά τις ιδιωτικές μας στιγμές. Σίφνος ανεξερεύνητη ακόμα από τα μάτια των πολλών, Ρόδος των Ιπποτών και των αμέριστων τουριστών, Φολέγανδρος πριν υπάρξει καν βενζινάδικο, Λέρος η παρεξηγημένη γεμάτη από αυθεντικούς ανθρώπους κι απειράριθμους προσωπικούς κολπίσκους, αναγκαίους για την απομόνωση που λαχταρούσαμε, Σίκινος της βραδινής μας βόλτας σε ρόλο νυχτερινής εξόδου ακόμα κι αν χρειαζόταν να κατεβαίνουμε πίσω στα ενοικιαζόμενα με ωτοστόπ, Αστυπάλαια με ελεύθερο κάμπιγκ συντροφιά με σκηνές φίλων, Xίος με τις χίλιες της πλευρές, όλες αρωματισμένες με τη γηγενή μαστίχα της, πρωτεύουσα, Καρδάμυλα, μια αρχαία πόλη σε χρόνια αναστύλωση, δασικές εκτάσεις που ποτέ μου δεν φωτογράφησα για την δική τους προστασία, παραλία με τα μαύρα βόλια, Σαντορίνη απερίγραπτη θεά, όχι μόνο στη δύση της αλλά και στην ανατολή της και σε κάθε της στιγμή, μ’ ένα πούσι έκδηλο που φύτευε μέσα σου την έννοια του μεταφυσικού, Κέρκυρα βασίλισσα που την απολαύσαμε τόσο στη δυτική πλευρά της που ανταμώνει με την Αδριατική, όσο και πάνω σε αυτοκίνητο φίλης που είχε κάμπριο και την είχαμε οργώσει, Κύθηρα με άρωμα λεμονοθύμαρου και τοπικών βοτάνων που αγαπήσαμε πολύ και μάθαμε τα μυστικά τους. 

Δεκαετίες μετά κι ενόσω, το γκρίζο εμφανίζεται ακόμα μόνο στο αξύριστό μου πρόσωπο, θα θυμηθώ μαζί σου, πως για μας, η κάθε χρονιά ξεκίναγε μετά από αγκαλιαστές διακοπές, δε προσδιοριζόταν από κανένα ημερολόγιο. Μαθημένοι από τα μικράτα μας ότι η σεζόν αρχίζει το Σεπτέμβρη, κάτι που είχαμε ήδη εμπεδώσει ως τη ροή του ενήλικου βίου μας, ορίζαμε την αρχή κάθε χρονιάς, όταν τέλειωνε το καλοκαίρι της. Με δακρυσμένα πολλές φορές μάτια, κατεβαίναμε από το καράβι της επιστροφής. Αλλά τότε, ορίζαμε το επόμενο έτος, μαζεύοντας ακόμα τα ηρωικά άπλυτα του καλοκαιριού. Κι ας επιμένουν πάντα τα στερεότυπα ημερολόγια που κυκλοφορούν και ισχύουν κάθε χρόνο.

Για τους ανθρώπους, τους ίδιους θα ‘πρεπε να ρωτήσετε, συμπαθέστατοι παλιοί μου σοφοί. Δεν θα ‘ταν κατά την κρίση μου καθόλου άσχημη ιδέα, αν η χρονιά ξεκίναγε μ’ ένα αποχαιρετιστήριο στο καλοκαίρι, τι λέτε; Μάλλον δεν θα συμφωνούμε με τις προ αιώνων αποφάσεις σας. Αλλά και σεις, σα πεφωτισμένοι του Θεού και του παρελθόντος, τι γνωρίζατε ή ψυχανεμιζόσασταν για τις πολλές επόμενες γενιές που θ’ ακολουθούσαν; 

Σκέψεις καλοκαιρινής παραζάλης ενός συγγραφέα, Γιάννης Φιλιππίδης, Άνεμος mafazine

Νωθρότητα μετά-απογευματινή. Τα δάχτυλά μου με τρώνε ν’ αφήσω τις λέξεις μου και πάλι για σένα, ο άλλος μου εαυτός εξάλλου αισθάνεται ανικανοποίητος από πρόσκαιρη ξεκούραση, ξάπλα και κάτω από ένα κλιματιστικό. Μεσοβδόμαδες μέρες στην Αθήνα. Γεμάτες από δημιουργική δουλειά στο αντικείμενο του βιβλίου, που είναι ο κόσμος μου. Αλλά η σπανιότητα των φυσικών ή εγκεφαλικών παύσεων, με κάνει να ονειρεύομαι την επόμενη απόδρασή μου.

Έτσι, ακούγοντας ταυτόχρονα ένα δισκάκι που έγραψα ειδικά για τις στιγμές των επόμενων αποδράσεών μου –εκεί που συχνάζω έτσι κι αλλιώς εγώ, δε φτάνουν οι κεραίες των ραδιοφώνων της προτίμησής μου– κι όπως οι στίχοι των τραγουδιών μιλούν σε μια γλώσσα που άλλες στιγμές κατανοώ και άλλες όχι, αφού χάνομαι στις λέξεις μου, μπαίνω στον πειρασμό, ν’ ανοίξω ηλεκτρονικά άλμπουμ, μ’ ένα δόλιο σκοπό: να με θυμηθώ, εμένα, κι ίσως πιο πολύ την έκφραση του προσώπου μου στις φωτογραφίες, τότε που η μόνη εμπλοκή μου με τον κόσμο του βιβλίου, ήταν η ιδιότητα ενός νεότευκτου ακόμα συγγραφέα, που σήμερα –κι αυτό έχει την θερμή κι ανθρώπινη ευλογία– αλίμονο, εντοπίζεται, σε σημεία εντοπίζεται από άγνωστα πρόσωπα, ακόμα και σε μέρη που η φαντασία του δε θα ‘φτανε.

Κι ανοίγω ένα αλμπουμάκι από τα πιο πρόσφατα αρχεία μου, πριν η ζωή μου αλλάξει άρδην προς το καλύτερο, το επιφανέστερο, αλλά και το κουραστικότερο. Και με τσακώνω σε καλοκαιρινή βόλτα. Είναι 2010 τέλος Ιούλη και πάλι, σε απόδραση ημερήσια στο Αλεποχώρι και πιο συγκεκριμένα στο δρόμο για τη Μαυρολίμνη, δεν έχει καν σημασία ο τόπος, αλλά το συναίσθημα. Κι ο νεαρότερος κατά επτά χρόνια εαυτός μου, χαμογελάει ήρεμα, μετά από ένα θαλασσινό μπάνιο χορταστικότατο και με το ζευγάρι του, έχουν αποφασίσει και μια οδική βόλτα ως τη Μαυρολίμνη. Έχω κοντύτερα μαλλιά, νεανικότερο βλέμμα, νεανικότερο δέρμα, όσο κι αν στο παρόν, φίλες με κολακεύουν με την αγάπη και τα ευμενή τους σχόλια.

Σε ωριμάζει ο χρόνος. Κι αφήνει φανερά τα σημάδια του, τόσο στο κορμί και τη ματιά, όσο και μέσα σου. Και μπορεί το μέσα σου, να μοιάζει με μια μαγική προσωπική διαδρομή αυτογνωσίας. Για το εξωτερικό σκέλος; Θυμάμαι το μικρανίψι μας που ‘ναι τώρα γύρω στα δεκαπέντε κι η εξυπνάδα του, η διάνοια στους συνειρμούς και η δίψα του για γνώση, μας φέρνει τακτικά σε πολύ όμορφα μονοπάτια διηγήσεων με μένα σε ρόλο αφηγητή, να επιχειρώ να εξηγήσω στον κόσμο που συνέχεια αλλάζει, τα ως τώρα γενόμενα.

Η άγνοιά του για το πώς ζούσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες, με ξεπερνάει, όσο και η αντοχή στις κακουχίες, κάνει προχωρημένο αθλητισμό κι η ενέργειά του ξεχειλίζει, η δική μας πάλι, μόνο ανά διαστήματα. Αλλά οι απορίες του, με κάνουν να συνειδητοποιώ, ότι ήμουν τριάντα δύο όταν εκείνος γεννιόταν. Κι αγνοεί, μια σειρά από έννοιες, γεγονότα ή συνήθειες των μόλις προηγούμενων δεκαετιών. Έχει για παράδειγμα ακουστά την έννοια κασέτα, αλλά δεν έχει ζήσει την εφηβεία των 40+ που σε όμοιες ή παρόμοιες ηλικίες, το ‘χαμε καημό, να ξεμπουκώνουμε τις κεφαλές από τα μονοφωνικά ακόμα κασετόφωνά μας με μπατονέτα και οινόπνευμα, για να μπορούν να παίζουν με καθαρότερο ήχο, όσα αντιγράφαμε κακήν κακώς από τους πειρατικούς σταθμούς (γιατί ήταν πειρατικοί; ακούω μέσα μου την επόμενη κιόλας ερώτηση) και περιελάμβαναν από ροκ και Χατζιδάκι που ξεσηκώναμε από τα κρατικά, μέχρι μάξι σιγκλς, που έπαιζαν οι τοπικής εμβέλειας σταθμοί, που εξέπεμπαν σήμα στη γύρω περιοχή, ακόμα και με τη σωστή χρήση ενός σωλήνα της ύδρευσης;

Χαίρομαι συχνά τη συναναστροφή με τέτοια νεότερα παιδιά, που ξυρίζουν τα πόδια τους για ν’ αρέσουν περισσότερο στα κορίτσια, αλλά γελάνε βλέποντας τις κομμώσεις και τα ρούχα της τριών δεκαετιών πριν κι αν θες τη γνώμη μου, καθόλου άδικα. Οι δικές τους μοντέρνες συνήθειες με βρίσκουν απορημένο, άσε που ηλικιακά, αισθάνομαι το πολύ Νεάντερταλ, που ‘χω ζήσει τη μισή μου τουλάχιστον ζωή με την φυσική τριχοφυΐα μου απείραχτη. 

Λέμε ότι ο/η σαραντάρης/α της εποχής μας είναι ακόμα ένας νέος της εποχής. Όχι όπως το ‘λεγε ειρωνικά το παλιό τραγούδι, αλλά κυριολεκτικά. Πολλοί και πολλές αισθάνονται την ανάγκη να κρατούν τον εξωτερικό τους εαυτό σε άριστη κατάσταση με επεμβατική αισθητική ή παρεμβάσεις, είτε για να αισθάνονται διεκδικήσιμοι ερωτικά και διαθέσιμοι, είτε για κοινωνικούς λόγους, είτε ακόμη-ακόμη γιατί ασκούν ένα κοινωνικό επάγγελμα κι αν δεν το κάνουν, αυτό θα ‘χει αντίκτυπο στη δουλειά τους.

Αλλά όπως και στους άλλους, έτσι και στο δικό μου βλέμμα, σε μια θαμμένη φωτογραφία που ανασύρω χρόνια μετά, θα δω τη διαφορά, αν όχι στο δέρμα, τουλάχιστον θα μου στείλουν χαιρετισμούς από το ίδιο μου το πιο νεαρό και ξέγνοιαστο βλέμμα.

Και θα μπω καλύτερα στο πνεύμα του ανιψιού, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι και γω στην ηλικία μου, αν μου ‘λεγες ότι είναι σαράντα πέντε ή εβδομήντα πέντε, μεγάλο άνθρωπο θα σε θεωρούσα, όχι νέο. Και το βάζω σε post it στο μέτωπό μου, να μη ξεχάσω, πέρα από τα κολακευτικά των δικών μου φίλων, ότι μεγάλωσα. Το μόνο καλό για μένα προσωπικά, το ενδιαφέρον ήταν ότι ήμουν σα τον μικρό, που ‘χω συχνά απέναντί μου: αναζητούσα τη γνώση σαν εκείνο, ίσως και με περισσότερη ψυχοπάθεια, αλλά βρήκα τον τρόπο παλεύοντας, να είμαι αυτό που θέλω εγώ, όχι οι άλλοι. Πλήρης μέσα στην προσωπική μου χρόνια ανεπάρκεια, να αισθάνομαι ότι έχω να μάθω ακόμα τα πάντα. Δε γνωρίζω πού θα με κατευθύνει στο μέλλον το ωριμότερο μυαλό μου. Ίσως να προσπαθήσω και γω να καθυστερήσω τα σημάδια του χρόνου, πάνω μου. Αλλά πάντα θα εστιάζω στο γεγονός, ότι ταυτόχρονα κι όσο οι αντοχές θα πέφτουν –και γω θα προσποιούμαι ότι τις έχω ή θα τις έχω όντως γιατί λειτουργώ στη ζωή με στόχους και σκοπό– εγώ παράλληλα, θα απολαμβάνω την όλο και πιο ώριμη κρίση μου, την οπτική μου για τον κόσμο, που αλλάζει τακτικά σε μια εποχή, που ο πλανήτης έχει ζωστεί με τόσα χιλιόμετρα οπτικές ίνες, που φτάνουμε στο σημείο, να μη προλαβαίνουμε να αξιοποιήσουμε τη γνώση σε κάθε αντικείμενο, μόνο τις προσωπικές μας προτεραιότητες. Αρκεί, να μην ξεκινάμε οι μεγαλύτεροι και σταματάμε, μονάχα στην αισθητική του δέρματος και του σώματος. Γιατί η ζωή είναι αλλού, το ‘χω πει πολλές φορές. Ως την άλλη φορά, τα φιλιά μου. Και να προσέχετε τις τσούχτρες, τις ανοησίες και τα ψέματα.

apostaktirio.gr • Συνέντευξη με τον Γιάννη Φιλιππίδη με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα “Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων” στην Ελένη Παπακώστα

1. Η επιλογή των “ιδιαίτερων” ονομάτων των ηρώων σας, όπως Γαβριήλ (που σημαίνει στα εβραϊκά άνθρωπος του Θεού), Αγγελική, Ειρήνη, Ευγενία, Ελπίδα κλπ., επιλέχθηκαν κατόπιν σκέψης και για κάποιο σκοπό ή προέκυψαν τυχαία; 

Πάντα στα βιβλία μου, τα ονόματα των ηρώων είναι επιλεγμένα από μένα.  Οι λόγοι είναι συχνά διαφορετικοί, αλλά θέλω να δίνω ένα παραπανίσιο στίγμα στους χάρτινους ήρωές μου, που μόνο σαν τέτοιους δεν τους βλέπω, τουλάχιστον πριν αλλά και κατά τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Άλλοτε είναι η εξυπηρέτηση ενός ρόλου, στη μάνα Ευγενία για παράδειγμα, το όνομα έχει κυριολεκτική ουσία στο πρόσωπο της, στην περίπτωση πάλι της Ειρήνης, το όνομα διαστρέφεται σαν λέξη και σαν αξία κι εδώ, η χρήση του είναι κωμικά καταχρηστική. Στον κεντρικό μου ήρωα Γαβριήλ ωστόσο –όπως και στην Αγγελική του– η εβραϊκή σημασία του ονόματος του, είναι σύμφωνη με το δικό μου θυμικό, μιας και για μένα, αυτός ο άνθρωπος έχει γεννηθεί για να λειτουργεί για το καλό, ν’ αξιοποιεί το χάρισμά του για να κάνει τους αγαπημένους του πιο ευτυχισμένους, είναι σαν ψυχή, προσανατολισμένος προς το καλό και το φως. Αν χρησιμοποιούσε το χάρισμά του με δόλο, σίγουρα θα τον είχα ονομάσει αλλιώς. Να και κάτι, που δεν είχα ως τώρα σκεφτεί…

2. Ο κεντρικός ήρωας Γαβριήλ έχει μια μοναδική ικανότητα. Ακούει τις επιθυμίες των άλλων. Γιατί επιλέξατε να δώσετε στο Γαβριήλ αυτήν την ικανότητα; Μήπως τελικά δεν είναι πάντα χάρισμα, αλλά κάποιες φορές κατάρα;

Αναμετρήθηκα πολύ με τον εαυτό μου. Η ιδέα, η πρώτη σπίθα, μου υπαγόρευε ότι θέλω να γράψω για κάποιον με την ίδια ηλικία, την ίδια παιδική γειτονιά και πολλές όμοιες ίσως απόψεις για την ίδια τη ζωή, το ένστικτό μου μού υπαγόρευε, ότι δουλεύοντας με το ίδιο μου το θυμικό, μπορώ να ακολουθήσω πιο εσωτερικά μονοπάτια της ψυχής. Διάλεξα ο ίδιος αυτό το χάρισμα. Αναρωτήθηκα, τι χάρισμα θα ‘θελα εγώ, αν μου δινόταν μια τέτοια ευκαιρία να διαλέξω. Θα ‘θελα να γνωρίζω το μέλλον ας πούμε; Εμένα προσωπικά, κάτι τέτοιο θα με οδηγούσε σε απόλυτη τρέλα. Η αναζήτηση του χαρίσματος κράτησε καιρό. Και μια ιδανική προσωπική στιγμή έμπνευσης, σκέφτηκα, πως αν μπορούσα να ακούσω τις σκέψεις των δικών μου αγαπημένων, θα μπορούσα σίγουρα να ‘χω μια πιο όμορφη για μένα και κείνους ζωή. Τότε ξεκίνησα να γράφω και το βιβλίο. Ωστόσο, κάθε ταλέντο μας, χάρισμα εν προκειμένω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το καλό ή να αξιοποιηθεί με δόλο. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα το θεωρούσα και γω, πράγματι κατάρα, εσωτερική αποδόμηση του ήρωα, δε θα ‘θελα ποτέ να σπαταλήσω αμέτρητο χρόνο συγγραφής ή διανόησης για λογαριασμό του, μιας και δε θα μπορούσα σαν Γιάννης, να δικαιολογήσω τη ροπή του προς το σκοτάδι.

3. Πιστεύετε στο μεταφυσικό;

Μάλλον ναι. Πιστεύω πρώτ’ απ’ όλα στην ισορροπία αυτού του σύμπαντος, του κόσμου μας, των σχέσεών μας με τους άλλους στο πιο κλειστό μας περιβάλλον, όσο μικρό κι αν είναι αυτό. Πιστεύω επίσης, ότι υπάρχουν ενεργειακές δυνάμεις, που αδυνατεί να «φτάσει» ακόμα ο ανθρώπινος νους, που συνεχώς εξελίσσεται. Γνωρίζω ότι, αν εξυπηρετείς το καλό, το καλό σ’ επιβραβεύει, σε κάνει πλουσιότερο απ’ όσο αν είχες στ’ αλήθεια έναν φορτωμένο τραπεζικό λογαριασμό. Συνέβησαν τόσα πολλά θαυμαστά σε μένα τα τελευταία αρκετά χρόνια και μάλιστα στην ώρα τους, που τείνω να πιστέψω ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία, όλα κάποτε εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Και μιλάω πρώτιστα για τη δική μου ζωή. Γιατί έχει συμβεί, να νιώθω πολλές φορές ένα μαγικό χέρι να με προφυλάσσει, να με ανεβάζει ψηλότερα άλλες φορές. Δε γνωρίζω ποια είναι ακριβώς αυτή η δύναμη, αλλά έχω ευεργετηθεί πολλές φορές απ’ αυτήν.

4. Τι θα θέλατε να μεταλαμπαδεύσετε στο αναγνωστικό σας κοινό με αυτό το βιβλίο σας;

Θα ‘θελα, πέρα από ένα δυνατό ανάγνωσμα, να τους αφήσω με την συνειδητοποίηση ότι κι οι ίδιοι μπορούν να γίνουν –ν’ ακούσουν, όπως λέω μεταφορικά στο βιβλίο– τις επιθυμίες των δικών τους αγαπημένων. Ως ένα βαθμό, δε χρειάζεται να ‘χουμε άπαντες και άπασες το χάρισμα. Αρκεί να κοιτάξουμε τα βλέμματά τους, ν’ ακούσουμε τα θέλω τους, που συχνά προσπερνάμε στη ροή των καθημερινών γεγονότων. Και να κάνουμε έτσι ότι μπορούμε, για να φέρουμε περισσότερη ευτυχία στους γύρω μας. Δυόμισι χρόνια πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το βιβλίο, πάλευα να βιώσω, προσπαθούσα, ενσυναισθανόμουν τους ανθρώπους που με περιέβαλλαν. Και μόνο κακό δεν μου έκανε αυτό.

5. Ο Γαβριήλ μετά το ατύχημα της γυναίκας του, Αγγελικής, αποφασίζει να αποτυπώνει κάθε μέρα τις σκέψεις του, πραγματοποιώντας μ’ αυτόν τον τρόπο ένα είδος ψυχοθεραπείας. Σε σας πώς δρα η συγγραφή βιβλίων;

Το ίδιο ψυχοθεραπευτικά όσο και στην περίπτωση του Γαβριήλ. Συνήθως αναζητώ το φως, το εγείρω, το επικαλούμαι μέσα μου ακόμα και σε σκοτεινές περιόδους. Κι όταν καταφέρω να το βγάλω στην επιφάνεια, τότε το αφήνω να με πλημμυρίσει. Κι είναι τότε η στιγμή, που γράφοντας, κατευθύνω εμένα πρώτιστα, μετά τους αναγνώστες, να δουν τη ζωή με θετικό πρόσημο. Θέλω στο τέλος της δικής μου συγγραφής, αλλά και στο τέλος της ανάγνωσης ενός δικού μου βιβλίου, ο αναγνώστης να επιστρέφει στην καθημερινότητά του, με καινούργιες φορτισμένες θετικά μπαταρίες, ίσως και με καλύτερη οπτική για όσα βλέπει γύρω του ή βιώνει.

6. Στο μυθιστόρημά σας  ο Γαβριήλ θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ιδανικός σύντροφος για πολλές γυναίκες: άνθρωπος με κατανόηση, αφοσίωση, με αστέρευτη αγάπη προς τη γυναίκα του, σωστός πατέρας. Πιστεύετε ότι συναντάμε συχνά τέτοιου είδους άνδρες;

Δε θα ‘ναι πολύ συμφέρουσα, η άποψή μου για το αντρικό φύλο. Πράγματι οι άντρες συνήθως είμαστε λιγότερο ευαίσθητοι, χωρίς τεντωμένες συναισθηματικά κεραίες όπως και όσο οι γυναίκες, που έχετε μια ολότελα διαφορετική και προσωπική για την καθεμιά από σας, άποψη για τον κόσμο που σας περιβάλλει. Αλλά θα υπερασπιστώ ως ένα βαθμό και τους άντρες. Γιατί ο κοινωνικός ή επαγγελματικός τους δυναμικός προσανατολισμός συχνά υπερμεγενθύνει το συναισθηματικό τους έλλειμμα. Έχω εξαιρετικούς φίλους, δημιουργούς, συνεργάτες, που ‘ναι εξαιρετικοί οικογενειάρχες, ευαίσθητοι όσο κι ο Γαβριήλ μου, ευάλωτοι χωρίς να μπορούν να το εκφράσουν όπως οι γυναίκες σύντροφοί τους, ευαίσθητοι ωστόσο, έχουν κι αυτοί αλλιώτικη εικόνα για τον κόσμο έχοντας τον αρχέγονο ρόλο του προστάτη-κυνηγού σε μια κοινωνική ζούγκλα, που δεν άφησε αλώβητες βέβαια, ούτε τις γυναίκες. Ωστόσο, η τέχνη της πεζογραφίας, οφείλει πάντα να ‘ναι υπερβατική, οι ήρωες πρέπει να ‘ναι δέκα πόντους ψηλότεροι από το κανονικό ή να ίπτανται από το έδαφος, τόσο λίγο, όσο να μπορούμε να διακρίνουμε τα πάντα σ’ αυτούς. Έτσι ο Γαβριήλ εκφράζει το απόλυτο αντρικό μοντέλο ευαισθησίας, μια κατηγορία αντρών, που μπορεί να σπανίζει, αλλά, κατά την προσωπική μου στατιστική, δε σπανίζει όσο συνηθίζουμε να λέμε. Θα προσθέσω όμως εδώ, ένα φαινόμενο που παρατηρήθηκε μετά την ανάγνωση του βιβλίου από πάμπολλες φίλες αναγνώστριες. Έκαναν την ίδια αυθόρμητη κίνηση και μου το ‘λεγαν την εποχή των καλοκαιρινών φεστιβάλ βιβλίου ή μου το ‘γραφαν ηλεκτρονικά σε μηνύματα: πως αφού διάβασαν το συγκεκριμένο βιβλίο, έπεισαν και τους άντρες τους να το διαβάσουν. Κι αυτό είναι κάτι που με κάνει παραπάνω χαρούμενο. Γιατί χρέος ενός συγγραφέα δεν είναι μόνο να προβάλλει εγκληματικά στοιχεία ή πρότυπα, χάριν της γραπτής ψυχαγωγίας, αλλά και μοντέλα, που όπως είπα και παραπάνω, μας οδηγούν προς το φως, επιχειρούν να μας κάνουν καλύτερους.

7. Μπορεί η αγάπη ενός ζευγαριού να διαρκέσει στο χρόνο και να μη φθαρεί εξαιτίας της καθημερινότητας; Ποια θα ήταν η ιδανική “συνταγή” για αυτό;

Είναι μεγάλη η κουβέντα που ξεκινάμε σ’ αυτό το σημείο. Προσωπικά, θα διαχωρίσω τα ζευγάρια, ανάμεσα σ’ αυτά που συναντιούνται ή ερωτεύονται ευκαιριακά και δίχως καν συναισθηματικά κριτήρια και σ’ αυτά, που λες κι είναι κάρμα τους να συναντηθούν, γιατί συμβαίνει να ταιριάζουν πολύ, να συμπαθούν και να αντιπαθούν όμοια πράγματα ή ν’ αλληλοσυμπληρώνονται, ακόμα κι αν έχουν μεταξύ τους αντιθέσεις στο χαρακτήρα. Αυτά για μένα είναι τα οριστικά ζευγάρια και μια τέτοια σχέση βιώνω από τα είκοσί μου χρόνια κι έγινα κιόλας σαράντα επτά. Ωστόσο, ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, η πίστη, η ζωή μεταξύ τους χωρίς μυστικά, η καλή πρόθεση να τα βρουν με τις αντιθέσεις τους, θα ορίσουν το κοινό ή όχι μέλλον τους. Αυτές οι πιο δεμένες σχέσεις εξάλλου κάνουν τους συντρόφους πιο απαιτητικούς, βαθαίνουν ολοένα, δένουν τους ανθρώπους μεταξύ τους περισσότερο. Θα πρέπει να το σπουδάσουν για χρόνια, αλλά αξίζει ακόμα και μέσα από δυναμικές αναμετρήσεις, να σταθούν όρθιοι ξανά με δυαδικότητα τόση όση, είναι αναγκαία για να αφήνει τη διαφορετικότητά τους ν’ αναπνέει. Γιατί κατά τα άλλα, το ζευγάρι αποτελεί στην ουσία του, μονάδα, μη ξεχνάμε ότι περιγράφεται σε ουδέτερο γένος και σαν οντότητα μοναδική, του ενός.

8. Ποιοι είναι οι κύριοι προβληματισμοί σας ως άνθρωπος; Θέλετε μέσω των μυθιστορημάτων σας να τους περνάτε και στους αναγνώστες σας;

Οι προβληματισμοί στο μυαλό ενός σεσημασμένου και κατ’ επανάληψιν συγγραφέα, είναι έννοια απροσμέτρητη. Σπούδασα θέατρο για να προσεγγίσω την ανθρώπινη ψυχή. Αλλά η παιδική μου παρόρμηση, το να γράφω τα δικά μου παιδικά πεζά σε νεαρή ηλικία, υπερίσχυσε της ματαιοδοξίας μου για το φαίνεσθαι, μιας δουλειάς που ως τότε είχα διαλέξει ν’ αφοσιωθώ, προκειμένου να γίνω εργάτης της αληθινής θεατρικής τέχνης, όχι του καθημερινού ενσήμου. Έτσι επέστρεψα στη συγγραφή. Εκεί, ήμουν εγώ ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός, ο σκηνογράφος, όλη η παραγωγή μαζί. Η περιπέτεια με την πεζογραφία είχε ξεκινήσει. Κλείνουν είκοσι χρόνια από τότε που άρχισα ξανά να ασχολούμαι σαν ενήλικας και συστηματικά. Τα ερωτηματικά μου για την ανθρώπινη ψυχή, θα ‘ναι για πάντα απρόβλεπτα, ατελείωτα και πάντα σημαντικά. Εκεί εστιάζουν τα βιβλία μου. Αλλά δεν είναι όλα τους μυθιστορήματα. Υπάρχουν δυο βιβλία ήδη ως τώρα, που η αποδοχή τους από το κοινό, με ελευθέρωσε να γράψω ανεξάρτητα πεζά με άξονες, τη ζωή στο ένα και την ελευθερία που χάνουμε στο άλλο («Ζωή με λες» και «Κωδικός ελευθερία»). Η κοινωνία γύρω μου περιγράφεται, οι πολιτικές και διεθνιστικές μου θέσεις το ίδιο, χωρίς αυτό να ‘χει ποτέ χαρακτήρα κομματικά χρωματισμένο, δεν είναι για μένα αναγκαίο, τουναντίον. Αλλά κι οι συγγραφείς, σε μια τόσο δύσκολη εποχή, οφείλουμε να υποδείξουμε το φως στο τούνελ ή τουλάχιστον τις αξίες που πρέπει να διατηρήσουμε σαν άνθρωποι, ζωντανές. Έχουν ήδη πολλοί ημιμαθείς γράψει κι αναρωτηθεί ως τώρα, τι θέση παίρνει ο πνευματικός κόσμος, που θεωρούν εξαφανισμένο, μη τυχόν και χαρακτηριστούν ότι γέρνουν από δω ή από κει και χάσουν μέρος από το κοινό τους. Εδώ είμαστε λοιπόν, με τα βιβλία που φωτογραφίζουν για μας και τον ιστορικό του μέλλοντος καθετί, ας μας ψάξουν, ας μας βρουν, ας μας διαβάσουν κι ας μας κρίνουν.

9. Με ποια κριτήρια δημιουργείτε τους ήρωές σας;

Είναι αναγκαίο να τους ερωτευθώ. Γι’ αυτό συχνότερα οι κεντρικές μου ηρωίδες είναι γυναίκες, εσείς οι γυναίκες εξάλλου είστε η γέννα κι η αιωνιότητα αυτού του κόσμου και βέβαια, δεν αναφέρομαι μόνο στη διαιώνιση του είδους, αλλά και στην φαντασία, την ενορατική σκέψη, το δυνατό συναίσθημα. Αλλιώς, πρέπει να ερωτευθώ ένα πρωτότυπο θέμα. Αλλά κι εκεί, πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσω τα πρόσωπα του κάθε επόμενου βιβλίου. Να ντυθώ τα ρούχα τους, να νιώσω το σφυγμό τους, διαδικασία που μπορεί να κρατήσει χρόνια μέσα μου. Όταν όμως έρχεται ο καιρός να γράψω έχω ήδη τους χαρακτήρες. Έπειτα τους δίνω τον χρόνο, να γράψουν οι ίδιοι, τη δική τους μυθιστορία.

10. Ετοιμάζετε κάτι μελλοντικά; Αν ναι, περί τίνος πρόκειται;

Αυτή την εποχή αισθάνομαι ότι έχω ολοκληρώσει έναν κύκλο συγγραφής, που συμπεριλαμβάνει κατά βάση μυθιστορήματα που απέκτησαν με τον καιρό χαρακτήρα «ευπώλητων», αλλά και διηγήματα, τα δυο βιβλία που περιέγραψα πάνω που αποτελούν την πεζογραφία της δικής μας ζωής, ακόμα κι ένα θεατρικό έργο. Πλήρης αισθάνομαι σαν δημιουργός. Κι αφήνω μέσα μου τον χρόνο, να λειτουργήσει κατευναστικά, το τελευταίο βιβλίο με κούρασε, γραφόταν καθημερινά για χρόνια. Ιδέες για ένα επόμενο δυναμικό μυθιστόρημα, υπάρχουν. Αλλά μου δίνω χρόνο, να τις αφήσω να κατασταλάξουν μέσα μου, να ωριμάσουν, να δω ποια μπορώ ν’ αγαπήσω περισσότερο. Όχι πως θα κρατήσει για πολύ αυτό. Η συγγραφή είναι συνθήκη εξάρτησης. Αν δε γράψεις για καιρό, κινδυνεύεις από ψυχικά φαινόμενα. Και από το τέλος Μάρτη που παρέδωσα το δέκατό μου βιβλίο για το τυπογραφείο, έχει περάσει ήδη μέσα μου αρκετός καιρός. Έχω αρχίσει να βγάζω τα πρώτα μου στερητικά… 

 Σας ευχαριστώ για τις ουσιώδεις απαντήσεις σας και σας εύχομαι καλή συνέχεια στο συγγραφικό σας έργο.

Παπακώστα Ελένη
Πτυχιούχος Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

Πηγή: apostaktirio.gr

Ψιχάλες φθινοπώρου στο δέρμα μου, που ‘χει ντυθεί το καλοκαίρι του, Γιάννης Φιλιππίδης, Άνεμος magazine

-->
Νωθρότητα μετά-απογευματινή. Τα δάχτυλά μου με τρώνε ν’ αφήσω τις λέξεις μου και πάλι για σένα, ο άλλος μου εαυτός εξάλλου αισθάνεται ανικανοποίητος από πρόσκαιρη ξεκούραση, ξάπλα και κάτω από ένα κλιματιστικό. Μεσοβδόμαδες μέρες στην Αθήνα. Γεμάτες από δημιουργική δουλειά στο αντικείμενο του βιβλίου, που είναι ο κόσμος μου. Αλλά η σπανιότητα των φυσικών ή εγκεφαλικών παύσεων, με κάνει να ονειρεύομαι την επόμενη απόδρασή μου.

Έτσι, ακούγοντας ταυτόχρονα ένα δισκάκι που έγραψα ειδικά για τις στιγμές των επόμενων αποδράσεών μου –εκεί που συχνάζω έτσι κι αλλιώς εγώ, δε φτάνουν οι κεραίες των ραδιοφώνων της προτίμησής μου– κι όπως οι στίχοι των τραγουδιών μιλούν σε μια γλώσσα που άλλες στιγμές κατανοώ και άλλες όχι, αφού χάνομαι στις λέξεις μου, μπαίνω στον πειρασμό, ν’ ανοίξω ηλεκτρονικά άλμπουμ, μ’ ένα δόλιο σκοπό: να με θυμηθώ, εμένα, κι ίσως πιο πολύ την έκφραση του προσώπου μου στις φωτογραφίες, τότε που η μόνη εμπλοκή μου με τον κόσμο του βιβλίου, ήταν η ιδιότητα ενός νεότευκτου ακόμα συγγραφέα, που σήμερα –κι αυτό έχει την θερμή κι ανθρώπινη ευλογία– αλίμονο, εντοπίζεται, σε σημεία εντοπίζεται από άγνωστα πρόσωπα, ακόμα και σε μέρη που η φαντασία του δε θα ‘φτανε.

Κι ανοίγω ένα αλμπουμάκι από τα πιο πρόσφατα αρχεία μου, πριν η ζωή μου αλλάξει άρδην προς το καλύτερο, το επιφανέστερο, αλλά και το κουραστικότερο. Και με τσακώνω σε καλοκαιρινή βόλτα. Είναι 2010 τέλος Ιούλη και πάλι, σε απόδραση ημερήσια στο Αλεποχώρι και πιο συγκεκριμένα στο δρόμο για τη Μαυρολίμνη, δεν έχει καν σημασία ο τόπος, αλλά το συναίσθημα. Κι ο νεαρότερος κατά επτά χρόνια εαυτός μου, χαμογελάει ήρεμα, μετά από ένα θαλασσινό μπάνιο χορταστικότατο και με το ζευγάρι του, έχουν αποφασίσει και μια οδική βόλτα ως τη Μαυρολίμνη. Έχω κοντύτερα μαλλιά, νεανικότερο βλέμμα, νεανικότερο δέρμα, όσο κι αν στο παρόν, φίλες με κολακεύουν με την αγάπη και τα ευμενή τους σχόλια.

Σε ωριμάζει ο χρόνος. Κι αφήνει φανερά τα σημάδια του, τόσο στο κορμί και τη ματιά, όσο και μέσα σου. Και μπορεί το μέσα σου, να μοιάζει με μια μαγική προσωπική διαδρομή αυτογνωσίας. Για το εξωτερικό σκέλος; Θυμάμαι το μικρανίψι μας που ‘ναι τώρα γύρω στα δεκαπέντε κι η εξυπνάδα του, η διάνοια στους συνειρμούς και η δίψα του για γνώση, μας φέρνει τακτικά σε πολύ όμορφα μονοπάτια διηγήσεων με μένα σε ρόλο αφηγητή, να επιχειρώ να εξηγήσω στον κόσμο που συνέχεια αλλάζει, τα ως τώρα γενόμενα.

Η άγνοιά του για το πώς ζούσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες, με ξεπερνάει, όσο και η αντοχή στις κακουχίες, κάνει προχωρημένο αθλητισμό κι η ενέργειά του ξεχειλίζει, η δική μας πάλι, μόνο ανά διαστήματα. Αλλά οι απορίες του, με κάνουν να συνειδητοποιώ, ότι ήμουν τριάντα δύο όταν εκείνος γεννιόταν. Κι αγνοεί, μια σειρά από έννοιες, γεγονότα ή συνήθειες των μόλις προηγούμενων δεκαετιών. Έχει για παράδειγμα ακουστά την έννοια κασέτα, αλλά δεν έχει ζήσει την εφηβεία των 40+ που σε όμοιες ή παρόμοιες ηλικίες, το ‘χαμε καημό, να ξεμπουκώνουμε τις κεφαλές από τα μονοφωνικά ακόμα κασετόφωνά μας με μπατονέτα και οινόπνευμα, για να μπορούν να παίζουν με καθαρότερο ήχο, όσα αντιγράφαμε κακήν κακώς από τους πειρατικούς σταθμούς (γιατί ήταν πειρατικοί; ακούω μέσα μου την επόμενη κιόλας ερώτηση) και περιελάμβαναν από ροκ και Χατζιδάκι που ξεσηκώναμε από τα κρατικά, μέχρι μάξι σιγκλς, που έπαιζαν οι τοπικής εμβέλειας σταθμοί, που εξέπεμπαν σήμα στη γύρω περιοχή, ακόμα και με τη σωστή χρήση ενός σωλήνα της ύδρευσης;

Χαίρομαι συχνά τη συναναστροφή με τέτοια νεότερα παιδιά, που ξυρίζουν τα πόδια τους για ν’ αρέσουν περισσότερο στα κορίτσια, αλλά γελάνε βλέποντας τις κομμώσεις και τα ρούχα της τριών δεκαετιών πριν κι αν θες τη γνώμη μου, καθόλου άδικα. Οι δικές τους μοντέρνες συνήθειες με βρίσκουν απορημένο, άσε που ηλικιακά, αισθάνομαι το πολύ Νεάντερταλ, που ‘χω ζήσει τη μισή μου τουλάχιστον ζωή με την φυσική τριχοφυΐα μου απείραχτη. 

Λέμε ότι ο/η σαραντάρης/α της εποχής μας είναι ακόμα ένας νέος της εποχής. Όχι όπως το ‘λεγε ειρωνικά το παλιό τραγούδι, αλλά κυριολεκτικά. Πολλοί και πολλές αισθάνονται την ανάγκη να κρατούν τον εξωτερικό τους εαυτό σε άριστη κατάσταση με επεμβατική αισθητική ή παρεμβάσεις, είτε για να αισθάνονται διεκδικήσιμοι ερωτικά και διαθέσιμοι, είτε για κοινωνικούς λόγους, είτε ακόμη-ακόμη γιατί ασκούν ένα κοινωνικό επάγγελμα κι αν δεν το κάνουν, αυτό θα ‘χει αντίκτυπο στη δουλειά τους.

Αλλά όπως και στους άλλους, έτσι και στο δικό μου βλέμμα, σε μια θαμμένη φωτογραφία που ανασύρω χρόνια μετά, θα δω τη διαφορά, αν όχι στο δέρμα, τουλάχιστον θα μου στείλουν χαιρετισμούς από το ίδιο μου το πιο νεαρό και ξέγνοιαστο βλέμμα.

Και θα μπω καλύτερα στο πνεύμα του ανιψιού, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι και γω στην ηλικία μου, αν μου ‘λεγες ότι είναι σαράντα πέντε ή εβδομήντα πέντε, μεγάλο άνθρωπο θα σε θεωρούσα, όχι νέο. Και το βάζω σε post it στο μέτωπό μου, να μη ξεχάσω, πέρα από τα κολακευτικά των δικών μου φίλων, ότι μεγάλωσα. Το μόνο καλό για μένα προσωπικά, το ενδιαφέρον ήταν ότι ήμουν σα τον μικρό, που ‘χω συχνά απέναντί μου: αναζητούσα τη γνώση σαν εκείνο, ίσως και με περισσότερη ψυχοπάθεια, αλλά βρήκα τον τρόπο παλεύοντας, να είμαι αυτό που θέλω εγώ, όχι οι άλλοι. Πλήρης μέσα στην προσωπική μου χρόνια ανεπάρκεια, να αισθάνομαι ότι έχω να μάθω ακόμα τα πάντα. Δε γνωρίζω πού θα με κατευθύνει στο μέλλον το ωριμότερο μυαλό μου. Ίσως να προσπαθήσω και γω να καθυστερήσω τα σημάδια του χρόνου, πάνω μου. Αλλά πάντα θα εστιάζω στο γεγονός, ότι ταυτόχρονα κι όσο οι αντοχές θα πέφτουν –και γω θα προσποιούμαι ότι τις έχω ή θα τις έχω όντως γιατί λειτουργώ στη ζωή με στόχους και σκοπό– εγώ παράλληλα, θα απολαμβάνω την όλο και πιο ώριμη κρίση μου, την οπτική μου για τον κόσμο, που αλλάζει τακτικά σε μια εποχή, που ο πλανήτης έχει ζωστεί με τόσα χιλιόμετρα οπτικές ίνες, που φτάνουμε στο σημείο, να μη προλαβαίνουμε να αξιοποιήσουμε τη γνώση σε κάθε αντικείμενο, μόνο τις προσωπικές μας προτεραιότητες. Αρκεί, να μην ξεκινάμε οι μεγαλύτεροι και σταματάμε, μονάχα στην αισθητική του δέρματος και του σώματος. Γιατί η ζωή είναι αλλού, το ‘χω πει πολλές φορές. Ως την άλλη φορά, τα φιλιά μου. Και να προσέχετε τις τσούχτρες, τις ανοησίες και τα ψέματα.


Πηγή: http://anemosmagazine.gr/2017/arthra/psixales-fthinoporou-filippidis/

Woman magazine (Κυκλοφορεί με την εφημερίδα Espresso) • 24/06/2017 • στήλη Καλοκαιρινές σελίδες ξεγνοιασιάς


Γνωρίσαμε τον συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη, πριν από δέκα καλοκαίρια, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου», ένα βιβλίο που σημείωσε αξιόλογες πωλήσεις και τον καθιέρωσε στη συνείδηση του κοινού και των κριτικών. Ακολούθησαν άλλα οκτώ ευπώλητα μυθιστορήματα –όλα από την Άνεμος Εκδοτική- που τον ανέδειξαν και του χάρισαν μεγάλη αναγνωρισιμότητα.

• Ένα μυθιστόρημα με άκρως ερωτικό εξώφυλλο και τίτλο «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων». Πείτε μου γι’ αυτό.
Ξεκίνησα τη διαδρομή μου μ’ ένα μυθιστόρημα που θεωρήθηκε ο απόλυτος γυναικείος μονόλογος, μιας και η ίδια η ηρωίδα λέει την ιστορία στον αναγνώστη με τρόπο άμεσο, διάφανο κι ειλικρινή. Σ το νέο βιβλίο μου, γράφω τον απόλυτο αντρικό μονόλογο σ’ έναν ήρωα συνομίληκο με μένα, που γεννιέται σε μια γειτονιά σαν αυτή όπου μεγάλωσα, σε μια εποχή με ανοιχτά παράθυρα και ανοιχτές καρδιές. Του ’δωσα ένα χάρισμα που θα ’θελα ο ίδιος να ’χω.

• Το ν’ ακούει τις επιθυμίες των άλλων, πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στη ζωή του Γαβριήλ, του ήρωά σου;
Τεράστιο. Λειτουργεί φωτεινά με το χάρισμα, θέλει να ‘ναι ευτυχισμένοι οι αγαπημένοι του. Η καρμική σχέση όμως με την Αγγελική, τον δένει για πάντα με κείνην, που δεν της έχει αποκαλύψει το «ιδιαίτερο» δώρο του. Εμείς, ξεκινώντας το βιβλίο, βρίσκουμε τον Γαβριήλ έτοιμο να αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό, γιατί μια δραματική ανατροπή απειλεί να σβήσει τη φλόγα ανάμεσα τους.

• Τι ήθελες να δώσεις μ’ αυτό το βιβλίο και τι εντυπώσεις παίρνεις; Πέρασε στους/στις αναγνώστες/στριές σου, μηνύματα;
Κόπιασα, να δώσω τα χαρακτηριστικά του ήρωά μου, να ντυθώ τα ρούχα και τα συναισθήματά του. Πρόκειται για μια απόλυτη ερωτική ιστορία. Αυτό το σημαντικό χάρισμα, περνάει σε δεύτερο πλάνο, σαν θεϊκό δώρο, γιατί την παράσταση κλέβει η οριστική, όπως την αποκαλώ, σχέση αυτών των δυο ηρώων, που ξεκινούν μαζί από παιδιά και γνωρίζουν κάτι, που λίγοι μπορούν να πουν: κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται με πεπρωμένο τους να ‘ναι για πάντα μαζί.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Άνεμος εκδοτική.

Εφημερίδα WeekendXPress • 23/06/2017 Συνέντευξη στην Τίνα Δελακούρα


Γιάννης Φιλιππίδης
«Ζούμε σε εποχές γκρίζες, που εμπεριέχουν απόγνωση και σκοτάδι. Αντιστέκομαι, απαντώντας με βιβλία που διαχειρίζονται το φως, ακόμα και την έννοια του χιούμορ».
.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης μας χαρίζει ένα ακόμα υπέροχο μυθιστόρημα, γεμάτο έρωτα, μαγεία, επιθυμίες, μυστικά και αλήθειες αλλά και πολύ φως.
.
• Νέο βιβλίο. Μ’ ένα ιδιαίτερα συναισθηματικό εξώφυλλο κι έναν παράξενο τίτλο: «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων». Τι περιμένει εμάς, τους αναγνώστες του;
Πρόκειται για μια απόλυτη ερωτική ιστορία, πρώτιστα. Ο μύθος βέβαια μέσα μου, ξεκίνησε από τον ήρωα, τον Γαβριήλ, που του προσέδωσα το χάρισμα ν’ ακούει όχι όλες τις ανομολόγητες σκέψεις όσων των πλησίαζαν, αλλά μόνο τις επιθυμίες, τις λαχτάρες και τα θέλω τους. Ένας τόσο ιδιαίτερος άνθρωπος, ταγμένος από μένα να επενδύσει την μαγική του ικανότητα αποκλειστικά και μόνο για να κάνει τα αγαπημένα του πρόσωπα περισσότερο ευτυχισμένα, δεν θ’ άξιζε κατά την κρίση μου, παρά την απόλυτη σύντροφο: ένα κορίτσι, που γεννιέται με δυο βδομάδες διαφορά στο αντικρινό σπίτι. Ο δρόμος που τα χωρίζει, είναι ο ίδιος που θα τα ενώσει με τρόπο οριστικό. Κι ας βάλουμε τη λέξη «οριστικό» με ερωτηματικό, όπως και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

• Αυτή η συμβολική και σχεδόν ταυτόχρονη γέννηση, ενέχει χαρακτήρα καρμικό;
Ναι, απόλυτα. Ονειρεύτηκα να γράψω για έναν συνομήλικο ήρωα με μένα και κοινούς τόπους, ίσως ακόμα και στον χαρακτήρα. Αλλά του έβαλα πλάι του, ένα κορίτσι όνειρο, ό,τι είχα ανάγκη περισσότερο μέσα μου, για να αφεθώ στη γοητεία της δικής τους ιστορίας στο χρόνο. Τα δυο αυτά πλάσματα, θα μεγαλώσουν μαζί, θα τα κάνουν όλα συντροφικά, θα σκέφτονται και θα ζουν σα ζευγάρι από πολύ αφύσικη ηλικία. Αλλά στην πεζογραφία, έχουμε ανάγκη από περισσότερη απ’ ό,τι στην κοινή μας ζωή, μαγεία.

• Σε ποια εποχή μεταφερόμαστε χρονικά μέσα στο βιβλίο;
Συνεχώς ζούμε το παρόν του ήρωα. Και μάλιστα του δίνω ένα παχύ μολύβι κι ένα τετράδιο. Κάτι έχει συμβεί –που δεν πρέπει να προδώσουμε- στη σύντροφό του κι έτσι, τον αφήνω με τη δική του δυνατή παρόρμηση, να μας αφηγηθεί την ιστορία από την αρχή, μέχρι σήμερα. Έτσι, ενώ όλα συμβαίνουν τώρα, εμείς ταξιδεύουμε και βλέπουμε πώς κύλησαν τα χρόνια τους από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα. Κι η αφήγηση αυτή, θα τρέχει διαρκώς πίσω, σε χρόνια που διαμόρφωσαν την ίδια την πατρίδα και τη νοοτροπία μας, αυτή καθ’ αυτή την εικόνα μας για τον τρέχοντα ή τον μέλλοντα κόσμο.

• Πόσο δύσκολο στάθηκε να γράψετε ένα μυθιστόρημα για έναν ήρωα μ’ ένα τέτοιο χάρισμα.
Βασανίστηκα είναι η αλήθεια. Αλλά θα χαρώ να σας περιγράψω τα στάδια. Αυτή ήταν μια εσωτερική διεργασία που κράτησε καιρό, περισσότερα από δυο χρόνια μέσα μου, άρχισα να παρακολουθώ τα δικά μου αγαπημένα πρόσωπα, τις ανάγκες τους, τις δικές τους ευχές, λαχτάρες κι επιθυμίες. Ο συγγραφέας, έτσι κι αλλιώς βασίζει το έργο του στην παρατήρηση των άλλων ανθρώπων, της ζωής τής ίδιας. Απλά εδώ, χρειάστηκα περισσότερη βοήθεια από μένα τον ίδιο, να υποθέσω αμέτρητες φορές, πως έχω εγώ ο ίδιος το χάρισμα, να φανταστώ πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτό το Θείο δώρο, για το καλό. Πριν εκείνος πιάσει για πρώτη φορά το μολύβι του, αποφασισμένος να γράψει, μυστικά κι αλήθειες που δεν είχε μοιραστεί με την Αγγελική του, ένιωθα ότι τον είχα σαν πρόσωπο μέσα μου, του προσέθεσα έναν ωραιότατο κίνδυνο ζωής κι έτσι, μπόρεσα να ντυθώ τα ρούχα του, να ζω τις ώρες του λεπτό το λεπτό, λέξη την λέξη στην προσωπική του αφήγηση, βίωσα την ελπίδα του, είχα ήδη πιάσει την αποφασιστικότητά του να μιλήσει στη σύντροφό του έστω και γραπτά για όσα δεν είχε μέχρι τώρα εξομολογηθεί, ένιωθα τον σφυγμό του, τον φόβο του.

• Δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια τέτοια ικανότητα με δολιότητα ή πονηρούς σκοπούς;
Και βέβαια, θα μπορούσε να ‘ναι ένα τέρας, ένας καιροσκόπος που επωφελείται για να εκμεταλλευτεί κάθε κατάσταση για δικό του όφελος. Αλλά πάσχω από κάτι. Σα συγγραφέας, δεν εμπνέομαι ποτέ από τον αρνητισμό, διαχρονικά τα βιβλία μου δεν έχουν κακούς χαρακτήρες, ιδιότροπους αμέτρητους, κακούς όχι. Μια κακιά προσπάθησα να περιγράψω στο τρίτο μου βιβλίο («Κρατάς μυστικό;») και πριν την… αυτοκτονήσω από μια γέφυρα της Αυστραλίας, της είχα προσδώσει όλα τα δίκια του κόσμου.

• Διακρίνω ότι έχετε μια ιδιαίτερη σχέση κάθε φορά μέσα από τα βιβλία σας, προσανατολίζονται όλα προς το φως.
Αυτός είναι ο δικός μου στόχος, τα βιβλία μου να ‘χουν φωτεινά χαρακτηριστικά, προβάλλοντας βία και αρνητισμό, δε διαμορφώνεις μελλοντικούς συνειρμούς ωφέλιμους, ούτε για σένα, ούτε για τους/τις αναγνώστες/στριές σου. Η πεζογραφία πρέπει να δίνει κάτι, πρώτα στον συγγραφέα και αμέσως μετά στον αναγνώστη. Ζούμε σε εποχές γκρίζες που εμπεριέχουν απόγνωση και σκοτάδι. Αντιστέκομαι, απαντώντας με βιβλία που διαχειρίζονται το φως, ακόμα και την έννοια του χιούμορ.

• Το επόμενό σας βιβλίο;
Αυτή τη φορά θ’ αφεθώ, μιλώντας για το νέο μου βιβλίο, να εκτονώσω τον μύθο που κυκλοφορεί πια στα βιβλία. Θα χρειαστώ τον χρόνο μου, να αποφορτιστώ, να ψυχανεμιστώ γι’ άλλη μια φορά τον κόσμο γύρω μου, τις προσωπικές μου αλήθειες. Το επόμενο βιβλίο, θα ‘ναι σίγουρα άλλη μια έκπληξη ακόμα και για μένα… 

Πηγή:  WeekendXPress

now24.gr • Γιάννης Φιλιππίδης : Νιώθω ότι ολοκλήρωσα έναν πρώτο κύκλο συγγραφικής • Συνέντευξη στη συγγραφέα Μαίρη Γκαζιάνη


Ο Γιάννης Φιλιππίδης με κατέκτησε ως αναγνώστρια από το πρώτο του μυθιστόρημα «Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου», στη συνέχεια έτυχε να γνωριστούμε και πλέον τον θεωρώ αγαπημένο μου φίλο. Διαβάζω ανελλιπώς όλα τα βιβλία του και  διαπιστώνω ότι στα δέκα χρόνια παρουσίας του στο συγγραφικό χώρο ακολούθησε έναν συγγραφικό κύκλο που κατέληξε στο πρόσφατο βιβλίο του «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων». Το πρώτο του βιβλίο «ήταν ο απόλυτος γυναικείος μονόλογος-αφήγηση…» και κλείνει «με μια απολύτως αντρική αφήγηση…» μου αποκάλυψε ο ίδιος.

 ΕΡ. Γιάννη πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το δέκατο βιβλίο σου με τίτλο «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων». Πως αισθάνεσαι μετά από την πολυετή παρουσία σου στον συγγραφικό χώρο και την καταξίωση στις καρδιές των αναγνωστών σου;

 ΑΠ. Νιώθω ότι ολοκλήρωσα έναν πρώτο κύκλο συγγραφικής. Έγραφα βλέπεις, ό,τι ακριβώς είχα ανάγκη κάθε χρονιά, κάθε εποχή. Έτσι, πέρα από τα γνωστότερά μου μυθιστορήματα, υπήρξαν βιβλία με ανεξάρτητα πεζά, μια άλλη οπτική που έχουμε ανάγκη κατά τη γνώμη μου, έγραψα θέατρο, σάτιρα, διηγήματα. Αλλά ξεκίνησα αυτόν τον κύκλο μ’ έναν γυναικείο μονόλογο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και δες, ο κύκλος κλείνει με μια φωτισμένη αντρική και άμεση αφήγηση.

 ΕΡ. Ποιος είναι «εκείνος» που αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου σου;

 ΑΠ. Εκείνος, μπορεί και να ’ναι ο καθένας από μας αν το προσπαθήσει, για το καλό του και για το καλό όσων αγαπάει.

 ΕΡ. Γιατί απέδωσες στον ήρωά σου Γαβριήλ την υπερφυσική ικανότητα να «ακούει» τις επιθυμίες των άλλων;

 ΑΠ. Ένιωσα την ανάγκη στην αρχή, να γράψω τον μονόλογο ενός συνομήλικού μου άντρα, αλλά τον ήθελα υπερβατικό, το να του προσδώσω ένα χάρισμα ήταν μονόδρομος. Είχα την ανάγκη να τον φέρω πιο κοντά μου, να τον καταλάβω και να με καταλάβω ταυτόχρονα. Θα ’θελα αν ήμουν εκείνος να προβλέπω ας πούμε το μέλλον; Επ’ ουδενί. Έτσι του χάρισα ό,τι γλυκύτερο σα σκέψη και δύναμη από μένα: να μπορεί έτσι, να ’ναι ο ίδιος κι οι αγαπημένοι του, ευτυχισμένοι στα μέτρα του εφικτού.

 ΕΡ. Ήταν χάρισμα ή κατάρα αυτή η ικανότητα;
           
 ΑΠ. Ο Γαβριήλ με την ξεχωριστή του ικανότητα, έκανε τους γύρω του πιο γελαστούς. Καταραμένο δεν τον ένιωσα ποτέ, γράφοντας. Αλλά σ’ όλη τη ροή του βιβλίου, καταλαβαίνουμε όλες και όλοι, ότι ένα χάρισμα, δε μπορεί πάντα να σου δώσει τα κλειδιά του παραδείσου. Υπάρχουν και φορές, που άλλα έχεις ως δεδομένα κι αλλιώς συμβαίνουνε τα πράγματα.

ΕΡ. Όλο το βιβλίο σου είναι μια επιστολή που γράφει ο Γαβριήλ στη σύζυγό του Αγγελική που βρίσκεται σε κώμα μετά από ατύχημα. Υπήρξε κάποια αφορμή που σε ενέπνευσε το θέμα του βιβλίου;

ΑΠ. Αλίμονο, ναι. Κάποτε, πάνε αρκετά χρόνια, είχα στην εντατική τη συγχωρεμένη τη μάνα μου, δεν έφευγα σαν τον ήρωά μου, λεπτό από κοντά της. Στον ίδιο θάλαμο, νοσηλευόταν ένας νεαρός σχετικά άντρας, που ’χε ένα σοβαρό ατύχημα. Όταν πρωτοσυνήλθε από τη νάρκωση άρχισε να εκδηλώνει μετατραυματικό σοκ. Δεν είναι συχνό, αλλά συμβαίνει, όπως συγγραφικά συμβαίνει με την Αγγελική του βιβλίου. Εκδήλωνε σπασμούς, κινδύνευε από έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Έτσι τον ξανακοίμιζαν. Αυτό το φαινόμενο, ενέχει κίνδυνο ζωής. Κάποια στιγμή, ίσως με ιατρική υπομονή, αλλά κάποτε, θα σε ξυπνήσουν. Αυτό φαντάσου, το βίωσα με την γυναίκα του πλάι μου. Ήμασταν οι μόνοι τόσο φανατικοί θαμώνες σε θάλαμο, που έβλεπε καρφί μέσα στους δικούς μας ανθρώπους. Κι ανήκει στις μνήμες καρδιάς, που ωριμάζοντας, ανασύρονται, αξιοποιούνται συγγραφικά με αλήθεια. Γιατί αν έχεις φάει την αναμονή έξω από την εντατική με το κουτάλι, αποδίδεις άλλες βαθιές αλήθειες στο χαρτί.

ΕΡ. Από τον διάδρομο του νοσοκομείου στο σπίτι και πάλι πίσω, αυτή είναι η διαδρομή του Γαβριήλ. Όμως με την επιστολή του μας ταξιδεύει σε μια πορεία 47 ετών. Τι ήθελες να δώσεις στον αναγνώστη σου μέσα απ΄ αυτή την επιστολή;

ΑΠ. Χρειάστηκαν περισσότερα από δυόμισι χρόνια για να τ’ ανακαλύψω. Ήθελα στ’ αλήθεια ένα βιβλίο που να εκπέμπει φως και να μοσχοβολάει καλή ψυχή, φτάνει η αυτοκρατορία του γκρίζου, ίσως μετά το «Κωδικός ελευθερία» που ασχολιόταν τόσο με την κοινωνία, να ’θελα ένα βιβλίο που μέσα από τη μυθοπλασία του, να σε οδηγεί σε φωτεινά μονοπάτια, πρώτα τον συγγραφέα, λίγο καιρό μετά, τον αναγνώστη.

 ΕΡ. Με αφορμή την επιστολή, μας ταξιδεύεις στη ζωή των δυο ηρώων σου από την ημέρα που γεννήθηκαν, με 15 ημέρες διαφορά. Τι είδους αγάπη τους συνδέει;

ΑΠ. Συμπαντική. Οριστική. Καρμική. Απόλυτη. Εδώ, μου τελειώνουν οι λέξεις.

ΕΡ. Μια σχέση ιδανική, μια αγάπη δυσεύρετη αναπτύσσεται ανάμεσα στο Γαβριήλ και την Αγγελική. Παρ΄ όλα αυτά η απιστία βρίσκει χώρο να τρυπώσει. Τι τους οδήγησε στην απιστία;

ΑΠ. Ο Γαβριήλ ομολογεί ότι συγχωρεί την Αγγελική του για δύο εφ’ όρου ζωής λοξοκοιτάγματα, γιατί έτσι όπως και κείνος, ο ίδιος με τη σειρά του μπήκε στον πειρασμό να δοκιμάσει φρούτο κι από άλλο δέντρο, δάγκωσε εις διπλούν κι αυτός το απαγορευμένο μήλο. Αλλά ομολογώ, ότι εδώ ο συγγραφέας, εξομολογείται την άποψή του: πως η ερωτική πράξη, όταν είσαι παλιό ζευγάρι με σταθερά αναμμένη τη φλόγα, δε μπορεί ποτέ να είναι καλύτερη μ’ ένα κορμί που δε γνωρίζεις στ’ αλήθεια.

ΕΡ. «Λέξη που αποφάσισα ν΄ αφήσω στο χαρτί δεν πρόκειται να μουτζουρωθεί εκ των υστέρων…» γράφει ο ήρωάς σου. Τι θέλει να τονίσει;

ΑΠ. Καταδεικνύει το γεγονός ότι αισθάνεται τόσο ευάλωτος μπροστά στον κίνδυνο να χάσει την γυναίκα της ζωής του, που ομολογεί όσα της έκρυψε, το χάρισμά του πρώτιστα. Παραπάνω από τεσσεράμισι δεκαετίες μαζί και δε τόλμησε ποτέ να της πει, ότι μπορεί να ελέγξει τη ροή των γεγονότων, ακούγοντας με τον ιδιόρρυθμο του τρόπο, όχι συνολικά κάθε σκέψη, αλλά τα θέλω, τις λαχτάρες και τις επιθυμίες της.

 ΕΡ. «Αυτό το πολύτιμο τετράδιο με φέρνει ξανά σε ανοιχτή γραμμή μαζί σου» σκέφτεται ο Γαβριήλ. Τι είδους δύναμη αντλούσε ο Γαβριήλ από το τετράδιο;

 ΑΠ. Άντλησε την πεποίθηση, ότι η προσωπική δικτύωση με την αγαπημένη του, θα συνεχιστεί, τουλάχιστον μέχρι την ώρα που εκείνη θα ξυπνούσε. Αν ξυπνούσε. Ελπίδα του πρόφεραν τα τετράδια, ελπίδα ότι κάποτε θα ξυπνήσει να διαβάσει από κείνον σαν δώρο, όσα δεν κατάλαβε στ’ αλήθεια ποτέ.

ΕΡ. «Μου λείπει για πρώτη φορά αυτή η πνευματική μας διασύνδεση» γράφει προς την Αγγελική ο Γαβριήλ για το ιδιαίτερο χάρισμα του. Τι είναι αυτό που πραγματικά του λείπει;

ΑΠ. Μετεωρίζεται, όπως ο ίδιος λέει. Παρουσιάζει αστάθεια. Γιατί μέχρι τώρα για την ως τώρα ζωή του, ήταν η Αγγελική πλάι του, να μοιραστεί τα πάντα, να την καταλάβει και να τον καταλάβει, ν’ αποφασίσουν καθετί μαζί. Αυτό το «μαζί», του λείπει.

 ΕΡ. «Θυμάσαι τη ζωή σου ή όχι, τώρα την ακούς από τη δική μου πλευρά» γράφει πάλι ο Γαβριήλ. Όταν δυο άνθρωποι βρίσκονται τόσο κοντά, από κάθε άποψη, η ζωή εξακολουθεί να έχει δυο πλευρές;

 ΑΠ. Κατά την κρίση μου, όταν δυο άνθρωποι «κλειδώνουν» μαζί οριστικά, αποτελούν από μόνοι τους μια ολότητα σε σχέση με αποφάσεις ζωής που θα χρειαστεί να πάρουν μαζί, με τα χρόνια τα παλιά ζευγάρια παρουσιάζουν το φαινόμενο να μοιάζουν μέχρι και φυσιογνωμικά, μιας και χωρίς να το κάνουν συνειδητά, αποκτούν/μοιράζονται ο ένας τις συνήθειες –ακόμα και τις εκφράσεις- του άλλου. Αλλά κατά βάθος, πάντα διατηρούν την αυτοτέλεια ο καθένας, το δικαίωμά τους στη διαφωνία. Ίσως όμως έτσι, ν’ αποκτούν την απαραίτητη ισορροπία για να συνεχίσουν να περπατάνε μαζί και στα επόμενα χρόνια.

ΕΡ. «Παράξενη και παραπανίσια ευτυχία» χαρακτηρίζει ο Γαβριήλ τη ζωή του με την Αγγελική κι αναρωτιέται μήπως πρέπει να πληρώσουν το τίμημα. Μήπως οι θάνατοι που είχαν προηγηθεί ήταν «το τίμημα»;

ΑΠ. Πολλοί από μας, όταν απολαμβάνουν την ευτυχία σε διάρκεια, άλλοτε δεν το πιστεύουν, άλλες φορές πάλι, σκέφτονται ότι δε μπορεί, από κάπου θα τους σκάσει ο λογαριασμός, το ίδιο το τίμημα της μοίρας που φάνηκε σ’ αυτούς, γενναιόδωρη. Ψευδεπίγραφο το δίλημμα για μένα. Γιατί αλίμονο, η ζωή κάθε μέρα, μας φορτώνει λύπες ή δυσάρεστα γεγονότα, χωρίς να δίνει δεκάρα για την ευτυχία μας ή –αλίμονο- τη δυστυχία, την εσωτερική θλίψη ή τις βαθύτερες, όσο και απραγματοποίητες ανάγκες και τα θέλω μας.

ΕΡ. Τα ονόματα που χρησιμοποιείς στους ήρωές παραπέμπουν σ΄ ένα αρχάγγελο (Γαβριήλ), σ΄ έναν άγγελο (Αγγελική) και σε τρία Ε (Ευγενία, Ειρήνη, Ελπίδα). Ήταν τυχαία η επιλογή των ονομάτων;

ΑΠ. Πάντα τα ονόματα των ηρώων μου, ανάγονται στο συμβολισμό, είναι αναγκαία για την δική μου προέκταση της ίδιας της έμπνευσης. Και γελάω πάντα με την αφέλειά μου, να πιστεύω ότι θα το διακρίνουν λίγοι, κάτι που δε συμβαίνει ποτέ!

 ΕΡ. O ήρωάς σου χρησιμοποιεί συχνά την προσφώνηση «καρδιά μου», μια λέξη που τη χρησιμοποιείς πολύ συχνά κι εσύ. Κατά πόσο έχεις «τρυπώσει» μέσα στον ήρωά σου;

ΑΠ. Το να μπορέσω να ντυθώ τα ρούχα και τα συναισθήματα του Γαβριήλ, του κεντρικού μου ήρωα, με παίδεψε πολύ στ’ αλήθεια, κάπου τρία χρόνια χρειάστηκα, να του προσδώσω το χάρισμα με τον οποίο τον προίκισα. Κι όλο αυτό το διάστημα, κυκλώνοντας τα αγαπημένα μου πρόσωπα, προσπαθούσα να νιώσω κάτι από το δικό του χάρισμα. «Εκπαιδεύτηκα» μ’ έναν τρόπο στην ενόραση και το ίδιο προτείνω να κάνουν οι φίλες και οι φίλοι που θα διαβάσουν το δέκατό μου βιβλίο: να προσπαθήσουν «ν’ ακούσουν», τις λαχτάρες, τις επιθυμίες και τις ανάγκες των δικών τους αγαπημένων. Είναι δεδομένο ότι αυτό θα αναδείξει την ποιότητα της ζωής τους, όπως συνέβη στον ίδιο τον Γαβριήλ και την Αγγελική του.

ΕΡ. Αφού σ΄ ευχαριστήσω και σου ευχηθώ κι αυτό το βιβλίο σου να γίνει best seller θα σου ζητήσω να κλείσεις με μια δική σου φράση αυτή τη συνέντευξη.

ΑΠ. Κλείνω φέτος έναν κύκλο πεζογραφίας. Ίσως τελικά να μην είναι τυχαίο, ότι το πρώτο μου βιβλίο «Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου» που κυκλοφόρησε πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, ήταν ο απόλυτος γυναικείος μονόλογος-αφήγηση, λες και τη συγγραφική μου πένα, την είχε δανειστεί η ίδια μου η ηρωίδα. Ωρίμασε φαίνεται ο χρόνος μέσα από μια σειρά μη ομοειδών βιβλίων, να κλείσω αυτή την πρώτη δεκαετή μου παρουσία στο ελληνικό βιβλίο με μια απολύτως αντρική αφήγηση σε ένα βιβλίο, που ’ναι γεμάτο φως και κατευθύνει τον αναγνώστη στην ομορφιά της ζωής και επιχειρεί να ξυπνήσει τα πιο ακριβά του συναισθήματα.

 *** Το βιβλίο «Εκείνος που άκουγε τις ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ των άλλων» του Γιάννη Φιλιππίδη κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική

Πηγή:
http://now24.gr/giannis-filippidis-niotho-oti-oloklirosa-enan-proto-kyklo-suggrafikis/